22/7/08

Η Πόλη MOY


Κάθε φορά που προσγειώνομαι στο αεροδρόμιο Ατατούρκ της Κων/πολης ένα γλυκό συναίσθημα αναβλύζει από μέσα μου. Παρ’ όλο που έζησα σαν παιδί μόνο στα 6 πρώτα χρόνια της ζωής μου, οι παιδικές αναμνήσεις ανάκατες με όλες τις διηγήσεις παππούδων και γονιών καθώς και αυτό το διαισθητικό άγγιγμα της πατρίδας-γης με κάνει να αισθάνομαι όμορφα και περίεργα οικεία. Τελικά παρά της τόσες δεκαετίες που ζω στη Μητέρα Πατρίδα φαίνεται πως ακόμα μέσα μου βασιλεύει το σύνδρομο της προσφυγιάς. Φαίνεται πως τα παιδικά βιώματα της ζωής στην «ξενιτιά» χωρίς αρχικά κανένα συγγενή δεν ξεχνιούνται. Πώς μπορεί να ξεχαστεί η απέραντη χαρά της προσμονής όταν κάποιοι από τους παππούδες ταξίδευαν για να μας δουν, πώς ξεχνιέται εκείνη η παιδική λύπη σε σημείο απόγνωσης όταν τα καταραμένα πλοία από τον Πειραιά έπαιρναν πίσω τα χάδια της γιαγιάς και τα χαρτζιλίκια του παππού και ξανά πίσω στην ανάδελφη οικογένεια των τεσσάρων και μόνο. Και να έχεις και στο σχολείο τους συμμαθητές σου να σε λένε και τουρκόσπορο. Τέλος πάντων, περασμένα ξεχασμένα..

Το πρώτο πράγμα που σε εντυπωσιάζει στην σημερινή Κων/πολη είναι η πολυκοσμία. Μια πόλη που ο πληθυσμός της είναι αμέτρητος και μόνο κατ’ εκτίμηση υπολογίζεται από 13 έως 15 εκατομμύρια! Ναι, με τόσο μεγάλη απόκλιση αφού κανένας δεν μπορεί να μετρήσει με σιγουριά τα εκατομμύρια των μαντηλοφόρων που μπαινοβγαίνουν καθημερινά από τα βάθη της Ανατολής σε αυτήν εδώ την ακτή του Βοσπόρου. Είπα μαντηλοφόρων; Αυτό είναι το δεύτερο πράγμα που σε εντυπωσιάζει ιδίως αν επισκέπτεσαι συχνά την Επτάλοφο. Ας είναι καλά ο κύριος Ερντογάν που γέμισε την Πόλη με τσεμπέρια. Η επόμενη κίνηση είναι να δούμε στους δρόμους και φέσια για να θαφτεί οριστικά το όραμα του "Πατερούλη" της νεώτερης Τουρκίας που ανάγκασε τους Τούρκους να πετάξουν φέσια και τσεμπέρια στα σκουπίδια της ιστορίας στα σκουπίδια όμως όπου ψάχνοντας τα ανέσυρε ο εθνικός μας κουμπάρος.
Αυτή η πολυκοσμία είναι αισθητή παντού. Στους ακινητοποιημένους αυτοκινητόδρομους των 5 και 6 λωρίδων που διασχίζουν διαγώνια και περιμετρικά για να εξυπηρετήσουν την πόλη αλλά σήμερα πια είναι ανεπαρκείς και πολλές ώρες τις ημέρας βλέπεις ακόμη και μικροπωλητές να πουλούν την πραμάτεια τους στους απεγνωσμένους οδηγούς μέσα στην λεγόμενη οδό ταχείας κυκλοφορίας. Στα πάρκα που δεν χωράνε άλλο κόσμο και που δίνουν μόνιμα την εικόνα δρόμου έξω από στάδιο μόλις έληξε ο αγώνας. Στα τραμ που ανεβοκατεβαίνουν με τους επιβάτες να κρέμονται από τα βαγόνια. Στη γέφυρα του Γαλατά όπου εκτός από τους χιλιάδες περαστικούς κάθε ώρα της ημέρας συναντάς και μια εκατοντάδα ερασιτέχνες ψαράδες που προσπαθούν με τα καλάμια τους να γοητεύσουν τις ονομαστές παλαμίδες της Προποντίδας. Τι να λέμε τώρα. Μιλάμε για πληθυσμό σχεδόν μιάμιση Ελλάδα σε μια πόλη! Η Πόλη του ενός εκατομμυρίου και από αυτό των εκατό χιλιάδων Ελλήνων φαντάζει στις μνήμες σαν μια εικόνα επιστημονικής φαντασίας.

Λένε πως για να ευχαριστηθείς την Πόλη πρέπει να κάνεις ένα μήνα δίαιτα πριν έρθεις και άλλο τόσο όταν γυρίσεις. Και καμιά αναλυσούλα για χοληστερίνη μετά δεν βλάπτει..
Μπαίνοντας στον πεζόδρομο του Πέρα, στον Μεγάλο Δρόμο κατά το παρελθόν στο Isticlar για το παρόν και παραμερίζοντας τον όχλο, κυριολεκτικά όχλο, που περπατά μπροστά σου θα αρχίσεις να βλέπεις τις βιτρίνες των ατέλειωτων φαγάδικων με τους τεράστιους γύρους διαμέτρου μέχρι και ενός μέτρου, τα σουτζουκάκια που ψήνονται στα κάρβουνα συνοδευμένα από πράσινες πιπεριές που σιγοψήνονται και αυτές μαζί τους, τις κάθε λογής πίττες που γριές ανατολίτισσες καθισμένες σταυροπόδι ανοίγουν το φύλλο μπροστά σου, τις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων με τα ατέλειωτα γλυκά τα εκμέκ με καϊμάκι, τα ταουκοξού, τα καζάντιμπι. Σε ένα μαγαζί μια ατέλειωτη ουρά φανερώνει πως τα ζεστά κουλούρια μόλις βγήκαν από το φούρνο. Το μαγαζί είναι «σιμιτσίδικο», κουλουροπωλείο και τα σιμίτια, τα κουλούρια, δεν έχουν καμιά σχέση με τα δικά μας. Σε όλη αυτή την περιπλάνηση, ανάμεσα σε μαγαζιά νεωτερισμών, παπουτσιών και φαγάδικα, ακούς και κάποιες Ελληνικές μελωδίες από τα μικρά δισκάδικα που είναι και αυτά διάσπαρτα στο Πέρα καθώς για τους Τούρκους η ελληνική μουσική είναι πολύ αγαπητή. Μέσα στην κοσμοπλημμύρα και το μικρό κόκκινο τραμ που ανεβοκατεβαίνει αγκομαχώντας από το «Τουνέλ» στο «Ταξίμ» κτυπώντας συνεχώς το καμπανάκι του με τον οδηγό του να αγωνιά μην πάρει κάτω από τις ρόδες του κανέναν αφηρημένο περιπατητή. Δεν νομίζω πουθενά αλλού στον κόσμο τραμ να διασχίζει τέτοιο γεμάτο με ανθρώπους δρόμο. Αν σηκώσεις λίγο το βλέμμα σου πάνω από το επίπεδο των βιτρινών θα δεις πολλά γκρίζα από το χρόνο κλασσικά ελληνικά μέγαρα. Σε μερικά υπάρχουν ακόμη και κάποιες μισοσβησμένες Ελληνικές επιγραφές. Το Πέρα στα χρόνια που ανθούσε η ομογένεια ήταν όλο στα χέρια των Ελλήνων, όπως στα χέρια των Ελλήνων ήταν και όλο το εμπόριο της τότε Πόλης. Κάπου στη μέση της διαδρομής θα συναντήσουμε και την ψαραγορά, το λεγόμενο Μπαλούκ-Παζάρ αφού μπαλούκ στα τουρκικά σημαίνει ψάρι. Για δύο πράγματα είναι «άπαιχτη» η Πόλη. Για τα ψάρια και για τα φρούτα. Η γλυκιά Μαύρη Θάλασσα που τη γλυκαίνουν τα τόσα ποτάμια που χύνονται σ’ αυτή είναι πολύ πλούσια σε ψάρια αλλά και ο Βόσπορος, η Προποντίδα ακόμη και αυτός ο αστικός Κεράτιος κρύβουν ακόμα πλούσιες ψαριές. Μπαίνοντας στο Μπαλούκ – Παζάρ θα σπάσουν τη μύτη σου οι μυρωδιές από τα μύδια σουβλάκι που τηγανίζονται μπροστά σου και θα κοιτάς απορημένος τα βουνά από τα γεμιστά με ρύζι μύδια που περιμένουν στις πιατέλες τους πεινασμένους η λαίμαργους πολλές φορές διαβάτες. Τα ψάρια παρακάτω, μια ζωγραφιά. Τα φρούτα, που έχουν και αυτά τη θέση τους στην αρχή της αγοράς, βγαλμένα από τον πίνακα Φλαμανδού ζωγράφου. Οποιος πεινάει στα σοβαρά και δεν μπορεί να ξεγελάσει την πείνα του με δυό σουβλάκια μύδια, στο διπλάνο παζάρι στο Τσιτσέκ-Παζάρ, όπου τσιτσέκ στα τούρκικα λουλούδι, υπάρχουν πολλές μπιραρίες και μεζεδοπωλεία που τον περιμένουν.
Και συνεχίζοντας τον κατήφορο προς την θάλασσα φτάνουμε στο «Τουνέλ» για να πάρουμε το τραινάκι που θα μας κατεβάσει κάτω στον Κεράτιο και στη γέφυρα του Γαλατά.
To μικρό καλωδιακό τραινάκι, κάτι σαν το δικό μας στο Λυκαβηττό μόνο που αυτό υπάρχει από τη δεκαετία του 50, σε κατεβάζει σε δυο λεπτά στον προορισμό σου για μια διαδρομή που με τα πόδια θέλεις 15-20 λεπτά μέσα από κατηφορικά δαιδαλώδη σοκάκια. Εδώ κάτω, εκεί όπου ο Κεράτιος σμίγει με το Βόσπορο και τον διασχίζεις με τη γέφυρα του Γαλατά, βρίσκεσαι ξαφνικά σε άλλο κόσμο. Όχι βέβαια ότι και ο πεζόδρομος του Πέρα δεν σε προσγειώνει στην Ανατολή, ιδίως αν προηγούμενα έχεις περάσει από τα Αρμάνι και Γκούτσι της Μάτσκας, της καθαρά Ευρωπαϊκής και κοσμοπολίτικης συνοικίας βόρεια του Ταξίμ, αλλά εδώ νομίζεις πως είσαι σε άλλο κράτος. Αίγυπτος, Ιορδανία, Ιράκ κάτι απ’ όλα και όλα μαζί. Περνώντας τη γέφυρα για απέναντι χαζεύεις τους ατέλειωτους ψαράδες που με τα καλάμια τους, κανένας δεν έχει λιγότερα από τέσσερα πέντε, προσπαθούν να ψαρέψουν με το σύστημα του «αυτόματου ψαρά» (που τον θυμήθηκα τώρα εκείνον τον Σημίτη με τον αυτόματο πιλότο του). Κάθε ένας χρησιμοποιεί κάμποσα καλάμια και περνά την ώρα του κοιτάζοντας τους φελλούς που ανεβοκατεβαίνουν, δολώνοντας και ανεβοκατεβάζοντας τα αγκίστρια. Και είναι τόσα πολλά τα ψάρια κάτω από τη γέφυρα που σε λίγη ώρα τα καλάθια γεμίζουν. Στις προκυμαίες τα καραβάκια ετοιμάζονται να αποπλεύσουν για τα Πριγκιποννήσια (αχ, άλλη λαχτάρα και αυτή) και στο βάθος αριστερά προβάλλει ο τρούλος της Αγια Σοφιάς περιστοιχισμένος από δεκάδες τρούλους και μιναρέδες των παρακείμενων τζαμιών. Το χαρακτηριστικότερο οικοδόμημα που συναντάς από την άλλη πλευρά της γέφυρας είναι το σύμπλεγμα του Μισιρ Τσαρσι , η Αιγυπτιακή Αγορά αφού Μισιρ είναι η Αίγυπτος ενώ το τσαρσί, μάλλον δεν χρειάζεται ερμηνείας.
H κλειστή αυτή αγορά είναι η μία από τις πιο γνωστές της Πόλης. Η άλλη είναι βέβαια το Καπαλί (σκεπαστό) Τσαρσί. Η αγορά αυτή φιλοξενεί κατά κύριο λόγο καταστήματα τροφίμων. Στους εξωτερικούς χώρους θα βρεις ό,τι καλύτερο από φρούτο και λαχανικό έχει να επιδείξει η γόνιμη γη της Μικράς Ασίας . Η κυρίως αγορά είναι γεμάτη με μικροκαταστήματα που πουλάνε πολυχρωμα μπαχαρικά χύμα σε τσουβάλια, ξηρούς καρπούς, παστουρμάδες και σουτζούκια, γλυκά διάφορα και τα φημισμένα μπακλαβαδάκια και γενικώς ντόπια και εξωτικά φαγώσιμα. Η έντονη μυρωδιά όλων των παραπάνω ανακατεμένη με τις φωνές όλων των μαγαζάτορων που προσπαθούν να πουλήσουν την πραμάτεια τους δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μοναδική. Το Μισίρ Τσαρσί είναι για μένα μια από τις πιο αγαπημένες γωνιές αυτής της πόλης. Σε έναν όροφο στεγάζεται και το φημισμένο Ελληνικό εστιατόριο «Ο Παντελής», γνωστό για τα διάφορα κρεατικά του. Διαβάζοντας ο αναγνώστης θα σχηματίσει την εντύπωση ότι είμαι κανένας κοιλιόδουλος που μόνο φαγητά έχω στο μυαλό μου. Δεν είναι έτσι. Η ίδια η Πόλη είναι η πατρίδα του φαγητού και του μεζέ. Ας σκεφτούμε πόσα εστιατόρια έχουμε εδώ που προσφέρουν πολίτικη κουζίνα. Ένα μικρό υποκατάστημα αυτής της δραστηριότητας έχει δημιουργηθεί και στην Θεσσαλονίκη από μετανάστες από τα ανατολικά. Γιατί μην μου πει κανείς πως και στη Θεσσαλονίκη το φαγητό και το γλυκό δεν αποτελούν ένα από τα βασικά γνωρίσματα αυτής της πόλης.
Η διαδρομή με τα πόδια από το Μισιρ Τσαρσί έως το Καπαλί Τσαρσί είναι μια άλλη εμπειρία.
Μέσα από στενά δρομάκια με καταστήματα δεξιά και αριστερά με ρούχα και παπούτσια που κρέμονται απ’ έξω σε δεκάδες σειρές μέχρι κάτω. Οι δρόμοι αδιάβατοι σχεδόν από τον κόσμο. Ο κόσμος..ζει σε άλλο κόσμο. Όταν κοιτάζω αυτούς τους ανθρώπους που βρίσκονται ίσως και ένα αιώνα πίσω και χωρίς ίχνος Ευρωπαϊκής εμφάνισης η κουλτούρας αναρωτιέμαι τι από τα δυο συμβαίνει και κάλεσαν οι Ευρωπαίοι την Τουρκία για συνομιλίες για να μπει κάποτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η όποτε επισκεφθήκανε την Τουρκία πέρασαν όλον τον χρόνο τους ανάμεσα στα ακριβά ξενοδοχεία με θέα το Βόσπορο, τα εκπληκτικά κλαμπ μόνο για μέλη της υψηλής κοινωνίας, τα εστιατόρια με τους απίθανους ψαρομεζέδες στα Θεραπειά και ψωνίζοντας στις Ιταλικές και Γαλλικές μπουτίκ γύρο από το Χίλτον νομίζουν πως αυτή είναι η Τουρκία η κοροϊδεύουν τους Τούρκους ασύστολα γιατί και ο πιο ελλειμματικός στο μυαλό μπορεί να καταλάβει ότι αυτός ο λαός μόνο τότε μπορεί να μοιάσει με τους Ευρωπαίους αν η Ευρώπη καταληφθεί από τους Άραβες και μάλιστα από τα πιο απολίτιστα φύλα τους. Νομίζω πως μάλλον το δεύτερο συμβαίνει.
Το Καπαλί Τσαρσί , η κλειστή Αγορά, είναι ένα σύμπλεγμα κτηρίων και διαδρόμων αρκετών χιλιομέτρων αν το μετρήσουμε γραμμικά και αν δεν έχεις κάποιο χάρτη μαζί σου η αν δεν βρεις κάποιον να ρωτήσεις μπορείς επί ώρες να τριγυρνάς εκεί μέσα χωρίς να ξέρεις κατά που πέφτει η έξοδος. Μέσα σε αυτό το ατέλειωτο ανατολίτικο παζάρι τα εμπορεύματα είναι χωροταξικά τοποθετημένα. Αλλού θα βρεις όλα τα χρυσαφικά (τι χρυσαφικά Θεέ μου, τι γούστο, ποιος το φοράει όλο αυτό το μάλαμα) , αλλού τα χαλιά, αλλού τα μουσικά όργανα, αλλού βρίσκονται οι αργυραμοιβοί, αλλού τέλος τα ατέλειωτα μαγαζιά με τα δερμάτινα. Αυτά τα τελευταία είναι και τα αγαπημένα στέκια όλων των Ελλήνων που επισκέπτονται την Πόλη. Να φύγεις από την Πόλη χωρίς δερμάτινο είναι σαν να φύγεις από τη Θεσσαλονίκη χωρίς να πάρεις μαζί σου τα τρίγωνα του Ελενίδη η το τσουρέκι του Τερκενλή (πάλι στα φαγητά η παρομοίωση..) . Εκεί γίνεται και το μεγάλο «παιγνίδι», το παζάρι στο Παζάρι. Ο πωλητής πετάει μια τιμή και ό,τι πιάσει. Ο αγοραστής, αν είναι καλά μυημένος το παίζει καλά και αυτός το παιγνίδι. Αν είναι αρχάριος, προσφέρει τα μισά και αγοράσει υπερήφανος για το κατόρθωμα του το μπουφανάκι, την πάτησε πανηγυρικά. Και το 20% αυτού που σου ζητάνε αν προσφέρεις και πάλι δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για σωστή αγορά. Πάντως η όλη διαπραγμάτευση είναι πολύ διασκεδαστική, αν το δεις αλλιώς. Όποιος επισκεφθεί την Πόλη είναι σίγουρο πως θα περάσει και από δω. Όλα τα πράγματα χρειάζεται κάποιος χρόνος για να τα εμπεδώσει κανείς. Έτσι και το παζάρι στο Τσαρσί χρειάζεται χρόνος για να το μάθεις να το «παίζεις» σωστά. Παζάρι με μέθοδο άνευ διδασκάλου δεν υπάρχει. Θα πληρώσεις το δάσκαλο τις πρώτες φορές ..και μετά θα είσαι προσεκτικότερος.
Θα τελειώσω την αφήγηση μου με την Αγία Σοφία. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες περιγραφικές. Όταν την επισκέφτεσαι δεν μιλάει ο νους, μιλάει η ψυχή και της ψυχής τις αντιδράσεις δεν μπορώ να τις περιγράψω με λόγια. Μόνο με δυο σταγόνες που κυλάνε στα μάγουλα μου κάθε φορά που έρχομαι εδώ μπορώ να περιγράψω την ψυχή μου εκείνη την ώρα. Δεν θέλω να πω τίποτα άλλο. Αφήνω την μαγεία στον επισκέπτη να την ζήσει με όποια αντίδραση βγάλει η ψυχή του.

Αυτή είναι με λίγα λόγια η Πόλη που μιλά στην ψυχή μου. Υπάρχουν άπειρες ομορφιές που αγγίζουν το νου μου αλλά όχι όλες την ψυχή μου. Υπάρχουν ομορφιές που τις βρίσκεις και αλλού. Δεν με συγκινούν οι ακριβές συνοικίες με τα αντίστοιχα μαγαζιά και εστιατόρια, δεν με συγκινούν τα πολυώροφα μοντέρνα ξενοδοχεία (με συγκινεί όμως η θέα του Βοσπόρου από τα δωμάτια τους), δεν με συγκινούν οι κρεμαστές γέφυρες του Βοσπόρου, δεν με συγκινεί το καινούργιο υπερμοντέρνο αεροδρόμιο τους. Με συγκινεί η μίξη της Δύσης και της Ανατολής που μόνο σε αυτή την πόλη μπορεί να βρεις. Με συγκινούν όλα όσα παραπάνω περιληπτικά και όσο επιτρέπει ο χρόνος και ο χώρος περιέγραψα για την Πόλη. Αν δεν φοβόμουνα ότι το κείμενο έγινε μεγάλο και κουραστικό θα έβαζα μέσα στην Πόλη της καρδιάς μου ασφαλώς και το στολίδι της Προποντίδας την Πρίγκηπο. Το αφήνω όμως για κάποια άλλη φορά που θα ξαναμιλήσει αυτή η γωνιά του είναι μου. Αυτή η γωνιά που προσπαθώ να την κρατάω ερμητικά κλειστή αλλά να, καμμιά φορά μου ξεφεύγει και αρχίζει να αραδιάζει εικόνες και συναισθήματα για την Πόλη ΜΟΥ.

2 σχόλια:

Dionisis είπε...

Τιμώντας την επίσκεψή σου στο ιστολόγιό μου.
Δεν ήμουν ποτέ "πρόσφυγας" μα δακρύζω κάθε φορά που βάζω στο μυαλό μου αυτό που περιέγραψες στην ανάρτησή σου. Ένας στίχος που συμπυκνώνει μια τέτοια πίκρα : "δεν μπορώ να πιστέψω πως τους έφερε όλους αυτούς η θάλασσα της Κερύνειας"
Και σε μένα μιλάει και για τον Τούρκο που έφυγε από την Σαλονίκη, από την Κρήτη,για τους εκατιντάδες χιλάδες ανθρώπους σε στρατόπεδα προσφύγων.
Η "ιδεολογική καθαρότητα" τους ξερίζωσε όλους αυτούς.

ΙωάννηςΚ (πρώην ioannisk) είπε...

Δεν έχω πάει ακόμα στην Πόλη και θέλω να πάω πάρα πολύ, πόσο μάλλον που (όπως πάρα πολλοί Έλληνες) έχω πρόγονους από εκεί.

Όσον αφορά τα φαγητά μου άνοιξες την όρεξη αλλά ευτυχώς σήμερα είναι τσικνοπέμπτη :)

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Με ρίζες στις χαμένες πατρίδες, Νεάπολη Καππαδοκίας και Τραπεζούντα του Πόντου, γεννημένος στο Βόσπορο, μοναχικός ταξιδιώτης σε φιλελεύθερα μονοπατια. Πάντα με την ελπίδα αυτού που δεν ήρθε ακόμη, αλλά πάντα με τη βεβαιότητα πως κάποτε θάρθει..